ἐλευθερῶν


ἐλευθερῶν
ἐλευθερόω
set free
pres part act masc voc sg (doric aeolic)
ἐλευθερόω
set free
pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic)
ἐλευθερόω
set free
pres part act masc nom sg
ἐλευθερόω
set free
pres inf act (doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἐλευθερῶν — Ἐλευθεραί fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλευθέρων — ἐλεύθερος free fem gen pl ἐλεύθερος free masc/neut gen pl ἐλεύθερος free masc/fem/neut gen pl ἐλευθερόω set free imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἐλευθερόω set free imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ελευθερών, δήμος — Νέος δήμος (7.376 κάτ.) του νομού Καβάλας, που συστάθηκε με το σχέδιο Καποδίστριας και αποτελείται από τις πρώην κοινότητες Αγίου Ανδρέου, Ελαιοχωρίου, Ελευθερών, Μυρτοφύτου, Νέας Ηρακλίτσης, Νέας Περάμου και Φωλεάς, οι οποίες καταργήθηκαν. Έδρα… …   Dictionary of Greek

  • Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών — (ΕΖΕΣ, αγγλ. EFTA). Ένωση ευρωπαϊκών κρατών με στόχο την προώθηση του εμπορίου και την κατάργηση των τελωνειακών δασμών ανάμεσα στα μέλη του. Δημιουργήθηκε στις 4 Ιανουαρίου 1960 στα πλαίσια της συνθήκης της Στοκχόλμης με αρχικά μέλη την Αυστρία …   Dictionary of Greek

  • ζώνη ελεύθερων συναλλαγών — Συνεργασία που πραγματοποιείται με διεθνή σύμβαση και με την οποία δύο ή περισσότερα κράτη αποφασίζουν να καταργήσουν στις μεταξύ τους εμπορικές σχέσεις τους τελωνειακούς φραγμούς και κάθε άλλη μορφή περιορισμού των ανταλλαγών, διατηρώντας όμως… …   Dictionary of Greek

  • Λουτρά Ελευθερών — Παράλιος οικισμός (υψόμ. 15 μ., 4 κάτ.) στην πρώην επαρχία Παγγαίου του νομού Καβάλας. Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο του νομού, 73 χλμ. ΝΔ της πόλης της Καβάλας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ορφανού. Η τοποθεσία του οικισμού Λουτρά Ελευθερών,… …   Dictionary of Greek

  • Ουγγαρία — Κράτος της κεντρικής Ευρώπης. Συνορεύει Β με τη Σλοβακία, ΒΑ με την Ουκρανία, Α με τη Ρουμανία, Ν με τη Σερβία Μαυροβούνιο, την Κροατία και τη Σλοβενία και Δ με την Αυστρία.Τα σύνορα τους O. καθορίστηκαν με τη συνθήκη του Τριανόν (1920), μετά τον …   Dictionary of Greek

  • Ευρωπαϊκή Ένωση — (ΕΕ).Ευρωπαϊκός υπερεθνικός οργανισμός. Στόχος του είναι η οικονομική ολοκλήρωση και η πολιτική συνεργασία των μελών του. Αποτελεί το διάδοχο σχήμα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που η ιστορία της ξεκινά με την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Κοινωνία και Οικονομία (Αρχαιότητα) — ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Η οικονομία στην Aρχαϊκή περίοδο Στον τομέα της οικονομίας, στην Aρχαϊκή περίοδο, σημειώθηκε μια σημαντική πρόοδος σε σχέση με τη Γεωμετρική περίοδο. Κατά τη διάρκεια της Γεωμετρικής… …   Dictionary of Greek

  • Accentuation Du Grec Ancien — L accentuation du grec ancien distingue trois accents : aigu (´), grave ( ) et circonflexe (῀) ; ils indiquent une élévation de la voix au niveau de la voyelle frappée par l accent. L accent aigu peut être porté par une voyelle brève ou …   Wikipédia en Français